Απόσπασμα πρώτο

Μια βασανιστική σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό και των δύο. Τι θα του πω, τι θα της πω… Άδικα ανησυχούσαν. 
Αυτό το ραντεβού το είχαν κλείσει οι καρδιές, αυτές είχαν τον πρώτο λόγο. 
-Ήρθες…
-Ήρθα… 
Δύο ιδρωμένες παλάμες ενώθηκαν, δύο βουρκωμένες ματιές συναντήθηκαν, δύο καρδιές χτύπησαν δυνατά, κι ένα φλογερό φιλί σφράγισε μια αγάπη παλιά, τόσο δυνατή, που έμοιαζε αιώνια. Μια αγάπη που ζητούσε το μερίδιο της χαμένης ευτυχίας της. 
Τα χέρια τυλίχτηκαν γύρω απ’ τα κορμιά τόσο σφιχτά, σα να ήθελαν να κρατήσουν την στιγμή για πάντα. Ο χρόνος είχε σταματήσει σ’ αυτό το φιλί. Σ’ αυτή την στιγμή που οι καρδιές φώναζαν δυνατά όλα όσα δεν είχαν πει ο ένας στον άλλο. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο, παρά δύο κορμιά σφιχταγκαλιασμένα με τις καρδιές πλημμυρισμένες από αγάπη και το μυαλό τους χαμένο στις αναμνήσεις. 
Ξεκόλλησαν τα χείλη τους μαλακά και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ήθελαν να μιλήσουν ο ένας στον άλλο, υπήρχαν τόσα να πουν! Όταν όμως μιλούν οι ματιές, αυτές οι βαθιές και αληθινές ματιές, ποιες λέξεις μπορούν να τις παραβγούν; Όταν η σιωπή αποφασίζει να μιλήσει, τι κουβέντες να τολμήσεις να πεις; 
Γι’ άλλη μία φορά, ο χρόνος έμοιαζε να σταματάει σ’ αυτές τις ματιές. 
Τους το χρωστούσε άλλωστε. 
Αυτός ο σκληρός κι ανελέητος χρόνος, όχι μόνο τους κράτησε μακριά τόσα χρόνια, αλλά θα τους χώριζε πάλι. Το ήξεραν και οι δύο αυτό. Όφειλε λοιπόν να παγώσει τώρα. Εδώ, αυτή την στιγμή που ήταν μαζί, αγκαλιά, αυτή την στιγμή που ήταν ο ένας για τον άλλο, αυτή την στιγμή που έπρεπε να την ζήσουν με όλη την δύναμη της ψυχής τους. 
Πάγωσε λοιπόν χρόνε. 
Τόσα χρόνια ζούσαν με παγωμένες καρδιές. Σειρά σου να παγώσεις.

«Ο Θεός άργησε πολύ»
Σοφία Κραββαρίτη

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.