Απόσπασμα δεύτερο

Ένας δυνατός κεραυνός έσκισε τη νύχτα και την έβγαλε από τις σκέψεις της. Πάλι είχε γυρίσει πίσω. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχε ξυπνήσει και είχε πάει στο σαλονάκι χαζεύοντας την βροχή που έπεφτε έξω. Πόσο αγαπούσε την βροχή! Από μικρή της άρεσε όταν έβρεχε να κάθεται έξω. Της άρεσε να την βλέπει να πέφτει, της άρεσε ο ήχος που έκανε. Ένιωθε ότι της ξέπλενε την ψυχή.
Δύο χέρια τυλίχτηκαν γύρω από την μέση της και δύο χείλη εξερευνούσαν τρυφερά τον λαιμό της. Σφίχτηκε πάνω του.
– Ακόμα σου αρέσει να κάθεσαι στην βροχή; την ρώτησε τρυφερά.
– Δεν κοιμάσαι;
– Πως θα μπορούσα αφού έφυγες από δίπλα μου;
– Τι εννοείς; πόση ώρα είσαι ξύπνιος;
– Από την ώρα που σηκώθηκες. Δεν ήθελα να σου χαλάσω την μαγεία της βροχής κι έτσι καθόμουν και σε χάζευα. Για πες μου όμως, ποιες σκέψεις σου διέκοψε ο κεραυνός;
Στο άκουσμα της ερώτησης, η Μαργαρίτα έβαλε τα κλάμματα. Πόσο καλά την ήξερε! Δεν χρειαζόταν να πει κάτι άλλο για να καταλάβει ο Άρης.
Η καρδιά του μάτωσε. Ποια βροχή θα μπορούσε να ξεπλύνει το αίμα; Ποια βροχή θα μπορούσε να ξεπλύνει όλο τον πόνο, όλη την θλίψη;
– Μαργαρίτα μου…. καμία θλίψη δε θα επιτρέψω να σε αγγίξει απόψε. Όχι αυτή την βραδιά.
– Πάμε έξω… Θέλω να καθήσουμε στην βροχή… μαζί…
Πως θα μπορούσε να χαλάσει χατήρι σ’ αυτά τα υγρά μάτια που τον κοίταζαν με τόση λαχτάρα; Την κοίταζε και δεν είχε αποφασίσει αν έβλεπε την γυναίκα που είχε γίνει, ή το παιδί που είχε αφήσει πίσω του. Την σήκωσε και πάλι στην αγκαλιά του και βγήκαν έξω.
– Κάνε μου έρωτα Άρη… τώρα… εδώ… κάτω από την βροχή, του είπε κολλώντας τα χείλη της στα δικά του.
Πως θα μπορούσε να της αρνηθεί, όταν το μόνο που επιθυμούσε ήταν να την έχει συνεχώς στην αγκαλιά του, να την κάνει δική του κι ας πέθαινε μέσα της;
Της έβγαλε το σεντόνι που είχε τυλιγμένο γύρω της, την ξάπλωσε πάνω σε αυτό και γι’ άλλη μία φορά ένωσαν τα κορμιά τους έτσι όπως ενώνεται ο άνεμος των αναμνήσεων με τις στιγμές κάθε μοναχικής σκέψης.
Η βροχή συνέχισε να πέφτει παρακολουθώντας την τέλεια ένωση δύο ανθρώπων που ζούσαν μόνο για εκείνη την στιγμή. Μια στιγμή ξεχασμένη στο πέρασμα των χρόνων, που την ποθούσαν όμως και οι δύο πολύ. Μια στιγμή χωρίς την οποία, η Μαργαρίτα ήξερε πως δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει. Μια στιγμή την οποία και οι δύο προσπαθούσαν να παρατείνουν, γιατί ήξεραν ότι δε θα την ζούσαν για πάντα.
Όταν πια τελείωσαν, η βροχή είχε κοπάσει, λες και τους συντρόφευε κι αυτή στο ηδονικό τους ταξίδι. Έμειναν ξαπλωμένοι αγκαλιά δίχως να μιλάνε, κρατώντας σφιχτά ο ένας τον άλλο.
– Αχ, Θεέ μου, σκεφτόταν η Μαργαρίτα, αν είναι να με πάρεις, πάρε με τώρα που είμαι ευτυχισμένη στην αγκαλιά του… πάρε με αυτή την στιγμή που είμαι γεμάτη από αυτόν… πάρε με τώρα πριν ματώσουμε πάλι…
Ο Θεός τής γύρισε την πλάτη.
Κοίταξε τον Άρη. Τα υπέροχα γαλάζια μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω της και την κοίταζαν με απέραντη αγάπη.
– Τι σκέφτεσαι αγάπη μου; Τον ρώτησε νυσταγμένα.
Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας.
– Πόσο όμορφη είσαι, της απάντησε γλυκά μετατοπίζοντας μία τούφα που είχε πέσει στο πρόσωπό της. Έλα, πάμε μέσα, θα κρυώσεις εδώ έξω.
Άφησαν το βρεγμένο σεντόνι έξω και μπήκαν μέσα. Πέρασαν στην κρεβατοκάμαρα και ο Άρης άνοιξε την ντουλάπα, έβγαλε ένα άλλο σεντόνι από μέσα και την σκέπασε, μιας και είχε ξαπλώσει ήδη στο κρεβάτι.
– Άρη… μουρμούρισε.
– Τι είναι αγάπη μου;
Δεν πρόλαβε να του απαντήσει. Κοιμόταν βαθιά. Στεκόταν και την κοίταζε καθώς κοιμόταν. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει από την συγκίνηση και τον πόνο.
– Τι θα κάνουμε Μαργαρίτα; σκέφτηκε. Τι θα κάνουμε που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα τώρα πια;
Πήρε τα τσιγάρα του και βγήκε έξω. Άναψε ένα και αφέθηκε στις αναμνήσεις που τόσα χρόνια, είχαν κατακλύσει ολόκληρη την ύπαρξή του.

«Ο Θεός άργησε πολύ»
Σοφία Κραββαρίτη

Blog στο WordPress.com.