Απόσπασμα τρίτο

Τίτλος τής έκθεσης “Γλυκιά μου αθωότητα”.
– Μαργαρίτα μου…τι άλλο τίτλο θα μπορούσες να δώσεις; σκέφτηκε με δάκρυα στα μάτια.
Κοίταζε τις φωτογραφίες. Ήταν ασπρόμαυρες. Παιδιά και έφηβοι που τους είχε τραβήξει σίγουρα σε ανυποψίαστες στιγμές. Ένα αγοράκι σε μια ξύλινη αποβάθρα στη θάλασσα με μια απόχη στο χέρι είχε σκύψει τόσο πολύ στο νερό στην προσπάθειά του να πιάσει ψάρια, που νόμιζες ότι θα πέσει μέσα.
Ένα αγόρι που έβαζε το μπουφάν του στο κεφάλι της κοπέλας του, για να την προστατέψει από την βροχή. Ένα κοριτσάκι σε μια αυλή έπαιζε με τον μεγαλόσωμο σκύλο της. Δύο έφηβοι σε μια γωνία έτρωγαν μαζί από το ίδιο παγωτό.
Συνέχιζε να κοιτάζει και τις άλλες χαμογελαστός. Η καρδιά του είχε πλημμυρίσει από αγάπη και αθωότητα βλέποντάς τες. Καταλάβαινε απόλυτα τον τίτλο.
Ξαφνικά, ένιωσε να του κόβεται η ανάσα… Τρεις φωτογραφίες διαφορετικές… Το θέμα ίδιο, όμως…. φιλτραρισμένες στο χρώμα της ώχρας ξεχώριζαν από όλες τις άλλες.
Η μία απεικόνιζε ένα κορίτσι κρεμασμένο ανάποδα από ένα δέντρο. Κι όχι ένα οποιοδήποτε δέντρο. Ήταν μία κερασιά. Ήταν…. η δική της κερασιά…. Το καταφύγιό της όπως έλεγε.
Κρεμασμένη ανάποδα με τα πόδια πλεγμένα στο κλαδί, τα χέρια ανοιχτά και γελούσε ευτυχισμένη.
Ένας κόμπος στον λαιμό. Ένας κόμπος που έγινε λυγμός όταν είδε τις άλλες δύο.
Στην πρώτη ήταν ένα ζευγάρι καθισμένο σ’ ένα παγκάκι στο δάσος. Το αγόρι είχε πάρει το κορίτσι στα πόδια του με τα δικά της πόδια γύρω από την μέση του. Της γαργαλούσε τον λαιμό κοιτάζοντάς την γελώντας. Το κορίτσι γελούσε και είχε μαζεμένο τον λαιμό της, προσπαθώντας ν’ αποφύγει προφανώς το γαργαλητό του.
Τα δάκρυα τον πλημμύρισαν μαζί με τις αναμνήσεις[…………..]
Έκλαιγε. Αυτή τη στιγμή δεν άντεχε τόση συγκίνηση. Συνέχισε όμως. Πήγε στην επόμενη φωτογραφία. Το ίδιο ζευγάρι, το ίδιο παγκάκι, η ίδια στάση. Μόνο που τώρα το κορίτσι κρατούσε τα μάγουλά του αγοριού και κάτι έδειχνε να του λέει.
Τα βλέμματά τους ήταν πλημμυρισμένα από αγάπη. Τόση πολύ που νόμιζες ότι ξεχειλίζει από τη φωτογραφία. Γύρισε πάλι πίσω. Σ’ εκείνες τις μοναδικές, τις τόσο πολύτιμες στιγμές![……………}
Έκλαιγε πολύ τώρα. Δεν ντρεπόταν. Ποιον να ντραπεί άλλωστε, τον εαυτό του; Άνοιξε έναν φάκελο μέσα στον οποίο είχε διάφορα έγγραφα, σκάλισε λίγο τα χαρτιά και βρήκε αυτό που ήθελε.
Ένα κλειδί. Ξεκλείδωσε ένα συρτάρι και πήρε από μέσα έναν άλλο φάκελο. Τον άνοιξε με χέρια που έτρεμαν, με τα μάτια πλημμυρισμένα από δάκρυα και με την καρδιά κομμάτια. Τρεις φωτογραφίες… Τρεις μοναδικές φωτογραφίες… Ένα κορίτσι κρεμασμένο από μία κερασιά, ένα ζευγάρι σ’ ένα παγκάκι με το αγόρι να γαργαλάει το κορίτσι και το ίδιο ζευγάρι στο ίδιο παγκάκι με την κοπέλα να λέει κάτι στο αγόρι αγγίζοντάς το στο πρόσωπο.
Τις πήρε στα χέρια του μία μία. Στην πρώτη η Μαργαρίτα του κρεμόταν από το αγαπημένο της δέντρο. Την κερασιά της. Γύρισε την φωτογραφία από την πίσω πλευρά.
– Το καταφύγιό μου…. του έγραφε.
Την κοίταξε πάλι. Τα άνθη του δέντρου έλαμπαν στο φως του ήλιου, το ίδιο και η Μαργαρίτα.
Πήρε την δεύτερη φωτογραφία. Αυτή που την γαργαλούσε. Ήταν τόσο ευτυχισμένη στην αγκαλιά του! Την γύρισε κι αυτήν ανάποδα.
– Και τώρα πες μου ότι είμαι το γατουλίνι σου…
– Είσαι το γατουλίνι μου μωρό μου… είσαι το μικρό μου γατουλίνι, δεν το ξέρεις;
Βρύσες τα μάτια του που άνοιξαν οι αναμνήσεις και τις άφησαν να τρέχουν… Πήρε και την τελευταία φωτογραφία στα χέρια του. Η Μαργαρίτα, του κρατούσε τα μάγουλα τρυφερά και κάτι του έλεγε. Τα βλέμματά τους ξεχείλιζαν από αγάπη… έρωτα… λατρεία… Την γύρισε κι αυτή ανάποδα.
– Ξέρεις κάτι;
– Τι μάτια μου;
– Σ’ ΑΓΑΠΑΩ!!!!!!!!!
– Κι εγώ σ’ αγαπάω γιατί είσαι το αστέρι του δικού μου ουρανού…

«Ο Θεός άργησε πολύ»
Σοφία Κραββαρίτη

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.