«Η Σκιά »

image


Την είχε πρωτοδεί στην θάλασσα.
Μια χειμωνιάτικη μέρα μ’ένα κρύο τσουχτερό, φορτώθηκε πάλι
τις πίκρες του και πήγε στην παραλία.Ο αέρας ήταν δυνατός και είχε το μακρύ παλτό του κουμπωμένο μέχρι απάνω. Πήγαινε πάλι στο γνωστό μέρος.
Στον μικρό κόλπο που ήταν
πλημμυρισμένος από δέντρα…..
Και τότε την είδε…Φορούσε ένα μακρύ μάλλινο φόρεμα στο χρώμα της στάχτης και είχε περασμένο στους ώμους της ένα ανθρακί σάλι που το κρατούσε σφιχτά μπροστά στο στήθος της. Στο κεφάλι φορούσε έναν
σκούφο στο ίδιο χρώμα με το φόρεμα,μαύρα γάντια και το ντύσιμο ολοκλήρωναν με ένα ζευγάρι μαύρες μπότες.
Τίποτα άλλο. Ούτε μπουφάν, ούτε
παλτό. Ανατρίχιασε κοιτάζοντάς την…- Μα…δεν κρυώνει;
Αναρωτήθηκε…Η παρουσία του
δεν είχε γίνει ακόμα αισθητή από την κοπέλα, η οποία είχε
στραμμένη όλη της την προσοχή στην αγριεμένη θάλασσα.Την παρατήρησε καλύτερα, όσο μπορούσε να την βλέπει από το πλάι.
Είχε μακριά μαλλιά μέχρι
την μέση της μαύρα σαν τον έβενο. Ήταν ψηλή και
λυγερόκορμη, αλλά είχε και μια αυστηρότητα η στάση της.
Το βλέμμα της δεν μπορούσε να το δει,καταλάβαινε όμως ότι ήταν προσηλωμένη στην θάλασσα. Θα ήθελε πολύ να την πλησιάσει, όμως δεν
τολμούσε.
Ήξερε το άγριο συναίσθημα της μοναξιάς,ήξερε πως είναι να σε συντροφεύει ο πόνος και να μην
θέλεις κανέναν δίπλα σου κι ας πεθαίνεις να μιλήσεις
με κάποιον.
Εκείνη την περίοδο της ζωής του ήταν μόνος του. Δεν είχε κανέναν κοντά του.
Ούτε καν φίλους. Επιλογή του ήταν.
Η μοναδική παρουσία δίπλα του, ήταν η σκιά του εαυτού του.
Τώρα όμως,αντικρίζοντας μια άλλη παρουσία που έμοιαζε κι αυτή τόσο μόνη, ένιωθε ότι ήθελε να σπάσει την σιωπή, γύρευε την λύτρωση.
Η κοπέλα γύρισε και τον κοίταξε.
Από την απόσταση που ήταν, μπορούσε να δει ότι ήταν
όμορφη. Συνέχισε να τον κοιτάζει για λίγο κι έστρεψε πάλι το
βλέμμα της στην θάλασσα.
Το σώμα της δεν
κουνήθηκε ούτε εκατοστό.
Πήρε θάρρος από την ματιά της και αποφάσισε να την πλησιάσει. Άλλωστε δεν ήταν ο άντρας που ενοχλεί τις γυναίκες, απλά,
να…είναι αυτό που σε τραβάει όταν μέσα στην θλίψη και στην
μοναξιά σου συναντάς ένα άλλο άτομο που νομίζεις ότι μοιάζετε τόσο πολύ! Στάθηκε κοντά της
κοιτάζοντας κι αυτός την θάλασσα χωρίς να μιλάει
κανείς. Εκστασιαζόταν με την φουρτουνιασμένη θάλασσα, έστω για λίγο, ένιωθε ότι τα κύματα του έπαιρναν τις σκέψεις μακριά.Αντιθέτως όταν ήταν
ήρεμη και γαλήνια, οι σκέψεις γίνονταν κουβάρι μέσα στο μυαλό του, στοιβάζονταν η μία πάνω στην άλλη, να χωρέσουν όλες. Αυτές τις ώρες
όμως…

Πόσο γαλήνευε η ψυχή του εκείνα τα λεπτά που
στεκόταν και την κοίταζε! Οι σκέψεις έφευγαν,πετούσαν μακριά, τις μετέφερε ο άνεμος στα κύματα και σάλπαραν πάνω στους αφρούς για ταξίδια
μακρινά… Τουλάχιστον μέχρι να εγκαταλείψει την παραλία… Έστρεψε το βλέμμα της πάνω του. Δύο μεγάλα αμυγδαλωτά μαύρα μάτια σαν το έρεβος τον
κοίταζαν και για μια στιγμή μόνο, του φάνηκε ότι χάθηκε μέσα σε σκιές.Το πρόσωπό της ήταν
πανέμορφο, αν και αυστηρό.
Η επιδερμίδα της αλαβάστρινη και τα χείλη της κατακόκκινα. Δεν είχε ίχνος μακιγιάζ πάνω της. Μόνο η χλομάδα στόλιζε το
πρόσωπό της. Είχε όμως κάτι το παράξενο, κάτι μυστηριώδες, άγνωστο μα και οικείο που τον τραβούσε άθελά του. Ήθελε να πάρει τα μάτια του από πάνω
της, όμως δεν μπορούσε. Δεν ήθελε να φανεί αδιάκριτος, αλλά αυτό το μαύρο των ματιών της τον ρουφούσε μέσα στο σκοτάδι τους, του κυβερνούσε το
μυαλό. Η κοπέλα κοίταξε πάλι την θάλασσα και τα μάγια λύθηκαν…
Αυτός κοίταξε από την αντίθετη πλευρά και προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε μια τάξη.
– Δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτό, σκεφτόταν.
Όχι,όχι,κάποια παιχνίδια του
μυαλού είναι.
Είχε ταραχτεί όμως αρκετά. Τι συνέβαινε; Ποια ήταν
αυτή η κοπέλα που του ασκούσε τόση επιρροή χωρίς
καν να την γνωρίζει; Δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει λέξη,
δεν ήξερε τι να της πει, έστω μια κουβέντα να σπάσει ο
πάγος.
– Ει… είμαι ο… Κίμωνας, κατόρθωσε τελικά να
ψελλίσει.
– Με λένε Ακριβή, του είπε και η φωνή της τον έριχνε μέσα σε
βαθύ πηγάδι. Ένα πηγάδι γεμάτο απειλητικές σκιές που νόμιζε ότι του ρουφάνε το μυαλό. Ένιωθε να χάνεται μέσα στο σκότος και την λησμονιά.
– Μα… τι γυναίκα είναι αυτή, αναρωτιόταν, ψάχνοντας
από κάπου να πιαστεί πριν τον καταπιεί το σκοτάδι.
Πρέπει να μιλήσω, πρέπει κάτι να πω… Είναι ο μόνος τρόπος να
μείνω εδώ.
– Ακριβή; Της είπε με απορία, καταβάλλοντας προσπάθεια να μείνει εκεί. Σπάνιο όνομα ε; Τώρα τον κοίταζε στα μάτια και ανοίγοντας το στόμα της να
μιλήσει, η πτώση στο πηγάδι ξανάρχισε….
– Ναι, απάντησε αυτή από κάπου μακριά. Απλά ξέρω τι
κοστίζω, ολοκλήρωσε την φράση της και κάνοντας μεταβολή, απομακρύνθηκε από κοντά του. Η πτώση στο πηγάδι της λησμονιάς και των σκιών είχε σταματήσει…


Διαβάστε τη συνέχεια σε μορφή Pdf εδώ:
https://dl.dropboxusercontent.com/u/280910359/H%20%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC.pdf


Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: