2

14

Ξέρεις τι ήθελα; Το τρυφερό σου χάδι. Αυτό που κρατούσε μαχαίρι και με χάραξε.
Γύρευα την αγκαλιά σου. Την ίδια αγκαλιά που έγινε τανάλια και με έσφιξε μέχρι που δεν είχα άλλη πνοή.
Αποζητούσα ένα σου φιλί να μου δώσει ζωή και να με αναστήσει την ίδια στιγμή που τα χείλη σου έχυσαν δηλητήριο στο στόμα μου κι έφτασε ως την καρδιά μου και την σάπισε.
Έψαχνα την αγάπη σου σε χαμένους κόσμους μοναξιάς και ανείπωτης ερημιάς…
Δυο λόγια να διώξουν την θλίψη ζήτησα κι εσύ μου χάρισες κουβέντες που βυθίζουν μέσα σε ωκεανούς απογοήτευσης…
Κάλεσα την μέρα λουσμένη στο φως και σε περίμενα και ήρθες φέρνοντας σκοτάδι..
Αφήνοντας πίσω σου ένα κλειδωμένο φεγγάρι να ματώνει για κάθε αστέρι που έσβηνε ακολουθώντας το κάθε μου δάκρυ…
Κοίταξες τον ήλιο μου και έντρομος από την αλήθεια των ματιών σου, βούτηξε στο πηγάδι της λησμονιάς και κρύφτηκε εκεί…
Κι ύστερα έφυγες νικητής…
Κι όταν ο πόνος μου αδάμαστος εξαπολύθηκε πίσω σου να σε προφτάσει, έβγαλες φτερά και πέταξες μακριά
Μια τσακισμένη σιωπή έβγαλε νύχια γαμψά και τον κομμάτιασε να μην είναι πια απειλή…
Κι όταν γύρισε θριαμβεύοντας για την νίκη της να με αντικρίσει, βλέποντάς με μέσα στα αίματα μόνο τότε κατάλαβε…. Ο πόνος ήμουν εγώ… Τώρα πια δεν μου έμεινε ζωή… Είχα πλέον κομματιαστεί…

Σ.Κ

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.